Στο ωραιότερο σημείο

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2007

Το ταξίδι στην Παταγονία της Αργεντινής είχε πολλές συγκλονιστικές εμπειρίες. Ιδιαίτερα εκεί στην άκρη της Lago Argentino, μιας λίμνης με έκταση 1.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα, όπου βρίσκονται οι παγετώνες. Έμεινα με ανοικτό το στόμα όταν αντίκρυσα το θέαμα. Ακόμα και το κρύο που ερχόταν όταν το καράβι τους πλησίαζε έμοιαζε ασήμαντο. Το θέαμα σε έκανε να τα ξεχνάς όλα. Καμιά φορά σκεφτόμουν τι θα έλεγε ο παγετώνας έτσι όπως μας έβλεπε όλους εμάς τους χαζοτουρίστες να τον κοιτάμε με τις ψηφιακές στο χέρι. Και όλοι στην ίδια μεριά του σκάφους, με αποτέλεσμα αυτό να παίρνει επικίνδυνα κλίση...

Κι όμως, υπήρξε κάτι ακόμα πιο εντυπωσιακό και ανέλπιστο: Σε κάποια φάση, το καταμαράν που γύριζε από παγετώνα σε παγετώνα μας άφησε σε έναν κόλπο με το όνομα Bahia Onelli.

«Θα περπατήσουμε σε ένα δάσος από λεύκες και στο τέλος της θα βγούμε σε μια λίμνη» μας είπε η ξεναγός. Βγήκαμε λοιπόν μέσα στη βροχή και το ρίξαμε στο περπάτημα. «Μόνο προσοχή στους ταύρους» συμπλήρωσε η ξεναγός, όταν πλέον ήταν αργά για να γυρίσουμε στο καταμαράν.

«Αντε πάμε και ό,τι γίνει» είπα στους Αργεντινούς φίλους μου, που ούτε εκείνοι ήξεραν τι ακριβώς γίνεται.

Και το ρίξαμε στο περπάτημα. Υπό βροχή. Και περπατούσαμε και περπατούσαμε και τελειωμό δεν είχε το δάσος. Υπέροχο βέβαια, αλλά όταν σου έχουν πει για ταύρους, ε, μια ανησυχία την έχεις.

Κάποια στιγμή άρχισα να βαριέμαι. «Καψώνι η υπόθεση της Bahia Onelli» σκέφτηκα. Και πριν καλά καλά τελειώσω τη φράση, άκουσα φωνές. «Κάποιος έπεσε πάνω σε ταύρο» σκέφτηκα και κοίταξα μπροστά μου.

Αυτό που είδα αρχικά δεν το κατάλαβα. Το δάσος τελείωνε και μπροστά μου ένας ανοιχτός χώρος με κάτι γαλάζια πράγματα. Πολλά γαλάζια πράγματα. «Τι στο καλό είναι αυτό;» αναρωτηθήκαμε.

Πλησιάσαμε κι άλλο για να αντικρύσουμε το απόλυτα απίστευτο: Μια λίμνη γεμάτη μικρά παγόβουνα. Εκατοντάδες μικρά κομμάτια. Και γύρω γύρω τεράστια μαύρα βουνά από τα οποία κατέβαιναν παγετώνες. Αυτοί οι ίδιοι παγετώνες που απλά έλιωναν και άφηναν τα μικρά κομμάτια τους στη λίμνη. Και ο ουρανός μαύρος. Και κάτω μαύρο βότσαλο.

Το θέαμα ήταν σαν από άλλον πλανήτη. Πανέμορφο, απόκοσμο, τρομακτικό, ανατριχιαστικό, ήρεμο. Μείναμε όλοι σαστισμένοι. Μόνο η ξεναγός κοιτούσε τις φάτσες μας και χαμογελούσε. Ήξερε τι θα παθαίναμε.

«Λοιπόν; Να φύγουμε μην μας επιτεθεί κανένας ταύρος ή να μείνουμε λίγο ακόμα;» μας ρώτησε και όλοι βάλαμε τα γέλια.

Ποιος ήθελε να φύγει; Κανείς. Θα μπορούσα να μείνω εκεί μέχρι να νυχτώσει. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την εικόνα. Στο δρόμο για την επιστροφή, όταν πλέον αφήναμε πίσω μας τη λίμνη και πιάναμε πάλι το δάσος για να γυρίσουμε στο καταμαράν, έδωσα στον εαυτό μου μια υπόσχεση: Να επιστρέψω.

Γύρισα και κοίταξα για να τελευταία φορά το θέαμα. Γέμισα τα μάτια μου με την εικόνα της λίμνης και επανέλαβα: «Εδώ θα επιστρέψω».

0 έδειξαν τα νύχια τους: